Ιστορική αναδρομή Λαϊκής ποίησης
Η λαϊκή ποίηση στην Κύπρο έχει διανύσει μια πολύ μεγάλη πορεία μέσα στο χρόνο, περνώντας από διάφορα στάδια και διακυμάνσεις.
Στην Κύπρο ως πρώτοι ποιητές αναφέρονται ο Κινύρας (12 π.Χ. αιώνα), βασιλιάς στην Παλαίπαφο και αρχιερέας στο ναό της Αφροδίτης και ο Στασίνος ο οποίος έγραψε τα Κύπρια Έπη κατά το πρότυπο της Οδύσσειας.
Πληροφορίες για ποιητικούς διαγωνισμούς υπάρχουν σε δεκάδες αρχαία κείμενα, τα περισσότερα από τα οποία αναφέρονται σε θρησκευτικές γιορτές όπως τα Πύθια, τα Διονύσια κ.α. Στην Κύπρο συνέβαινε κάτι ανάλογο στα Αφροδίσια τη μεγάλη θρησκευτική γιορτή προς τιμή της θεάς Αφροδίτης.
Λόγω του ότι στα κυπριακά ήθη και έθιμα διατηρήθηκαν αρκετά κατάλοιπα των γιορτών αυτών, μετουσιωμένα βεβαίως και προσαρμοσμένα στον κανόνα και την ηθική της νέας θρησκείας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει σήμερα και με τη γιορτή του Κατακλυσμού.
Όσον αφορά τη Βυζαντινή περίοδο (395 π.Χ. – 1191 μ.Χ.) δεν υπάρχουν στοιχεία που να αναφέρονται σε επώνυμους Κύπριους ποιητές. Κυριαρχούσαν τα ακριτικά τραγούδια αφηγηματικού χαρακτήρα σε ύφος και περιεχόμενο ηρωικό μέχρι υπερβολής. Αυτά τα τραγούδια εξυμνούσαν τα κατορθώματα των Ακριτών όπως το τραγούδι του Διγενή και του Χάροντα, Τα τέσσερα παλικάρια κ.α. που διασώζονται σε διάφορες παραλλαγές. Οι ιστορικές μαρτυρίες την περίοδο αυτή καταδεικνύουν την ύπαρξη ανώνυμων ποιητάρηδων που απάγγελαν και τραγουδούσαν σε γιορτές και πανηγύρια, κυρίως ακριτικών και θρησκευτικών ασμάτων σε μια γλώσσα ανάμεικτη κυπριακή διάλεκτο και ευαγγελική.
Κατά τη Φραγκοκρατία (αρχές 13ου και μέσα 16ου αιώνα) επικρατέστερα ήταν τα δημοτικά τραγούδια με περιεχόμενο κοινωνικό και ερωτικό. Π.χ. Η Αροδαφνούσα, ο Πραματευτής κ.α. Σε αυτή την περίοδο συντελείται μια πολύ σημαντική αλλαγή που καθορίζει πλέον και διαμορφώνει την τελική φόρμα της κυπριακής λαϊκής ποίησης και κατ’ επέκταση και των τσιαττιστών. Καθιερώνεται η ομοιοκαταληξία και οριστικοποιείται το μέτρο. Βεβαίως διατηρείται ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος ως η βάση της κυπριακής λαϊκής ποίησης, αλλά κοντά σ’ αυτό προστίθενται κι άλλα όπως το λόγιο τετράστιχο.
Το λόγιο τετράστιχο λέγεται «λιπέρτικο τετράστιχο», γιατί ο πρώτος που το καθιέρωσε ήταν ο λόγιος διαλεκτικός ποιητής Δημήτρης Λιπέρτης (1866-1937),τον οποίο μιμήθηκαν πολλοί επώνυμοι ποιητάρηδες.
Η εισαγωγή της ακριτικής ποίησης τοποθετείται στα τέλη του 11ου αιώνα όταν άρχισε η μεγάλη διασπορά του Μικρασιατικού Ελληνισμού σε πολλά μέρη συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, τόπο ησυχίας και περισυλλογής. Σ΄αυτήν λοιπόν τη μετακίνηση πληθυσμού υπήρχαν και επαγγελματίες λαϊκοί ποιητές που συνέχισαν και στην Κύπρο το επάγγελμα του πλάνητα αοιδού. Οι ποιητές αυτοί εξελίχθηκαν στη συνέχεια στους γνωστούς ποιητάρηδες. Οι ποιητάρηδες της Κύπρου πήραν από αυτούς τα ακριτικά τραγούδια και άρχισαν να τα διαδίδουν.
Εδώ λοιπόν βλέπουμε από τον 11ο αιώνα μέχρι το 1878 ότι η κυριότεροι φορείς των ακριτικών τραγουδιών ήταν ο ποιητάρηδες που δεν παρέλειπαν παράλληλα να φτιάχνουν και δικά τους τραγούδια για διάφορα επικαιρικά γεγονότα και να τα τραγουδούν γυρίζοντας όπως και σήμερα από τόπο σε τόπο. Ο ρόλος των ποιητάρηδων στα παλιά χρόνια ήταν διπλός:
- o πρώτος, ήταν η διάδοση των ακριτικών τραγουδιών και
- ο δεύτερος, η σύνθεση δικών τους τραγουδιών τα οποία εμπνέονταν από την επικαιρότητα (Τουρκοκρατία 1571-1878).
Στους ποιητάρηδες λοιπόν οφείλεται η γλωσσική προσαρμογή των τραγουδιών στο κυπριακό ιδίωμα, διότι τα τραγούδια αυτά όταν διαδόθηκαν στην Κύπρο πήραν το κυπριακό γλωσσικό ένδυμα σε τρόπο που να μην προδίδουν τη γενική προσέλευση τους.
Θέση των ποιητάρηδων
Για να σχηματίσετε σαφή αντίληψη των θέσεων των ποιητάρηδων στη λαική κοινωνία(κατώτερα στρώματα του πληθυσμού των πόλεων και χωριών) είναι ανάγκη να διακρίνουμε την μετατυπογραφική περίοδο σε δυο επιμέρους τμήματα:
α. Περίοδο από 1878- 1945, δηλαδή από την εισαγωγή της τυπογραφίας μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη
β. περίοδο από 1945 μέχρι σήμερα
Κατά την πρώτη περίοδο οι ποιητάρηδες επηρέαζαν σημαντικά την κοινωνική ζωή του τόπου και η φήμη τους έφτανε σε όλα τα μέρη του νησιού και κάποτε τα ξεπερνούσε.
Στη Β΄ περίοδο που συμπίπτει με την εισαγωγή του ευρωπαϊκού τρόπου στο νησί, η επίδραση του αυτή στο κοινωνικό περιβάλλον δεν είναι και τόσο ισχυρή αφού η προσοχή, το ενδιαφέρον και ο θαυμασμός του κοινού για τα στιχουργήματα τους έχει μειωθεί στο ελάχιστο.
Ά περίοδος
Οι ποιητάρηδες της Α΄ περιόδου στην πλειοψηφία τους βοσκοί και γεωργοί χωρίς καμιά μόρφωση κατάφερναν να συγκινούν το ακροατήριο τους και να αποκτούν τη συμπάθεια και το θαυμασμό τους.
Θεματολόγιο τους ήταν:
η διερμηνεία των εθνικών πόθων του λαού
τα θρησκευτικά ιδεώδη
η μετάδοση στιχουργημένων ειδήσεων, κοινού ενδιαφέροντος και περιέργειας
η διασκέδαση και ψυχαγωγία του ακροατηρίου
έργο κοινωφελές και διδακτικό
ερωτικά δίστιχα και άλλα τραγούδια που γοητεύουν τους νέους
Β΄ περίοδος
Η επίδραση της περιόδου 1946 μέχρι σήμερα δεν είναι τόσο ισχυρή στο κοινωνικό περιβάλλον. Η εποχή των εντυπωσιακών επιτυχιών και της γοητείας που ασκούσαν στις λαϊκές μάζες έχει παρέλθει χωρίς επιστροφή.
Στην παρακμή ωστόσο της ποιηταροσύνης συνέβαλαν τρεις βασικοί λόγοι :
η διάδοση των γραμμάτων
ο τεχνικός πολιτισμός
ο εκμοντερνισμός των ηθών και εθίμων
Οι ποιητάρηδες χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
α) φορείς δημοτικών τραγουδιών διαφόρων επαρχιών
β) όσοι τραγουδούσαν μόνο δικά τους τραγούδια (ρίμες) με ποικίλο περιεχόμενο ερωτικό, θρησκευτικό, πατριωτικό, ιστορικό κτλ
γ) όσοι απάγγελλαν αυτοσχέδια δίστιχα στους ποιητικούς διαγωνισμούς (τσιαττίσματα) που γίνονται στου γάμους, τα πανηγύρια και τις γιορτές του Κατακλυσμού.
Απ’ όλη αυτή την ιστορική διαδρομή των τραγουδιών θα επικεντρωθώ στα τσιαττίσματα και τα αυτοσχέδια έμμετρα αστεία τους που σατιρίζουν οι ποιητάρηδες τα παράξενα και έκτροπα της μικρής κοινωνίας της πατρίδας μας που προκαλούσαν συγχρόνως τον θαυμασμό του ακροατηρίου για την ετοιμότητα και την στιχουργική ευχέρεια τους.
Τα τσιατιστά αποτελούν ένα από τα πιο ζωντανά κομμάτια των λαϊκών ποιητικών δημιουργιών. Πρόκειται για αυτοσχέδια δημιουργικά ποιήματα στιγμιαίας έμπνευσης και επί το πλείστο διαγωνιστικού χαρακτήρα.
Αυτή που τσιάτιζαν (συν) ταίριαζαν στίχους με ενιαίο νόημα και περιεχόμενο σε έμμετρο δεκαπεντασύλλαβο. Εκτός από τα τσιατισστά υπάρχουν και άλλα είδη που θα μπορούσαμε να τα τοποθετήσουμε στις εξής κατηγορίες :
ερωτικά, κοινωνικά, βουκολικά και πολιτικού χαρακτήρα
Τα αυτοσχέδια αυτά ποιητικά δημιουργήματα αποκαλούνται και τραγούδια, γιατί οι ποιητάρηδες τα λένε τραγουδιστά με τη συνοδεία μουσικής (βιολί και λαούτο).
Η πιο συνηθισμένη φόρμα που χρησιμοποιείται για το τσιάττισμα στους ποιητικούς διαγωνισμούς είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος σε δυο ομοιοκαταληκτικούς στίχους. Πολλές φορές όμως οι ποιητάρηδες χρησιμοποιούν και ένα έως δυο ακόμη στίχους, σε δεκαπεντασύλλαβο, οκτασύλλαβο, εξασύλλαβο ακόμη και εννιασύλλαβο.
Στους επίσημους διαγωνισμούς επικράτησε τελικά το δίστιχο. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι η ομιλούμενη κυπριακή διάλεκτος. Σε κάθε όμως περιοχή του νησιού επικράτησε διαφορετική φωνή, γι’ αυτό και συναντούμε επίσημα δεκατέσσερις διαφορετικές φωνές όσον αφορά τον τρόπο προφοράς του τραγουδιού. Έξι από τις φωνές αυτές θα παρουσιάσω στο τέλος της παρουσίασης μου.
Παράδοση ποιημάτων
Τα ποιήματα των ποιητάρηδων (ρίμες, ερωτικά δίστιχα, τσιατίσματα κ.α) διαδόθηκαν με την προφορική παράδοση αλλά και με τη χειρόγραφη και το έντυπο. Πριν από την εισαγωγή της τυπογραφίας στο νησί(1878) και όσο άκμαζε σε αυτό ο παραδοσιακός πολιτισμός που στη βάση του ήταν μνημονικός, αφού η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων βασίζεται πρωταρχικά στον προφορικό λόγο και στη μνήμη δέσποζε όπως ήταν φυσικό ο προφορικός τρόπος διάδοσης των τραγουδιών.
Ενώ όμως οι ποιητάρηδες απευθύνονταν προφορικά και επικοινωνούσαν άμεσα με το ακροατήριο τους, συγχρόνως φρόντιζαν να καταγράφουν τα ποιήματα τους ή όταν δεν γνώριζαν γραφή και ανάγνωση να τα υπαγορεύουν σε άλλους γραμματιζούμενους είτε για να διαβαστούν και να διαδοθούν ευρύτερα είτε για να μη χαθούν.
Με την εισαγωγή της τυπογραφίας οι ποιητάρηδες άρχισαν για καθαρά επαγγελματικούς λόγους να τυπώνουν τα τραγούδια τους σε εύχρηστες φυλλάδες. Έτσι αλλάζει βαθμιαία ο τρόπος επικοινωνίας των ποιητάρηδων με το ακροατήριο τους. Τ ον προφορικό και άμεσο τρόπο επικοινωνίας που χαρακτηρίζει τον παραδοσιακό πολιτισμό, διαδέχεται ο γραπτός και έμμεσος που είναι σύμφωνοι με τις αξίες του σύγχρονου πολιτισμού. Πέρα από την αλλαγή αυτή, η εισαγωγή του τύπου επηρέασε σημαντικά τη λαϊκή ποιητική παραγωγή και κατέστησε τον ως τότε άγνωστο και ανώνυμο ποιητή, γνωστό και επώνυμο.
Ο εκδοτικός αυτός οργασμός έφτασε στο κατακόρυφο κατά την περίοδο του 1924-1940. Από τότε παρατηρείται μεγάλη κάμψη που θα γίνει ακόμη πιο έντονη όπως εξηγήσαμε προηγουμένως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μερική ανάκαμψη που σημειώνεται αργότερα πρέπει να αποδοθεί στον Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59, στην Τουρκοκυπριακή Ανταρσία το 1963-64 και στην Τουρκική Εισβολή το 1974, γεγονότα που αναζωογόνησαν την ποιηταροσύνη και είχαν ως αποτέλεσμα την αναβίωση του ενδιαφέροντος για τους ποιητάρηδες και τα τραγούδια τους.
Η κυπριακή φωνή τα είδη δηλ. της μουσικής απαγγελίας που χρησιμοποιούν οι ποιητάρηδες για την εκτέλεση των τραγουδιών τους, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για γλωσσικές αλλοιώσεις.
Τη διατήρηση της ιστορικής αυτής των τοπικών τραγουδιών την έχουν αναλάβει διάφοροι λαογραφικοί όμιλοι οι οποίοι ασχολούνται με την έρευνα και την διάδοση της παράδοσης στις νεότερες γενιές.
Κυπριακές Φωνές
Παφίτιζιη
Καταραμένη
Αυκορίτισσα
Ακαθκιώτισσα
Σε αυτή την ενότητα της εισήγησης θα σας ενημερώσουμε για τις έξι από τις δεκατέσσερις φωνές που ερμηνεύονται τα παραδοσιακά τραγούδια (δίστιχα). Από κάθε φωνή επέλεξα 2-3 τραγούδια να σας τραγουδήσω. Στο τέλος θα σας παρουσιάσω 5-6 τραγούδια υπό τύπο διαγωνιστικό. Οι φωνές επικράτησαν λόγω της διαφορετικής προφοράς στην κάθε περιοχή και για το λόγο αυτό οι πιο πολλές πήραν και την ονομασία της περιοχής, επαρχίας ή χωριού.
Επέλεξα να σας παρουσιάσω σαν πρώτη φωνή την φωνή της πόλης και επαρχίας Πάφου που σε λίγους μήνες θα ανακηρυχθεί «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης». Η φωνή αυτή ονομάζεται «Παφίτιτζιη».
Τα Τσιαττιστά αποτελούν ένα από τα πιο ζωντανά κομμάτια της Κυπριακής λαϊκής ποιητικής δημιουργίας. Πρόκειται για αυτοσχέδια ποιητικά δημιουργήματα στιγμιαίας έμπνευσης, ως επί το πλείστον διαγωνιστικού χαρακτήρα. Γι’ αυτό ονομάζονται και τσιαττιστά του παλιωμάτου. Αυτός που τσιαττίζει, (συν)ταιριάζει στίχους με ενιαίο νόημα και περιεχόμενο σε έμμετρο δεκαπεντασύλλαβο.
Εκτός από τα τσιαττιστά του παλιωμάτου, υπάρχουν κι άλλα είδη, υποκατηγορίες θα μπορούσαμε να τις αποκαλέσουμε, όπως τα ερωτικά, κοινωνικά, βουκολικά, ακόμη και πολιτικού περιεχομένου. Τα αυτοσχέδια αυτά ποιητικά δημιουργήματα αποκαλούνται και τραγούδια γιατί οι ποιητάρηδες τα λένε τραγουδιστά με τη συνοδεία μουσικής (βιολί και λαούτο).
Η πιο συνηθισμένη φόρμα που χρησιμοποιείται για το τσιάττισμα στους ποιητικούς διαγωνισμούς είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος σε δύο ομοιοκατάληκτους στίχους. Πολλές φορές όμως οι ποιητάρηδες χρησιμοποιούν και ένα έως δυο ακόμη στίχους, σε δεκαπεντασύλλαβο, οκτασύλλαβο, εξασύλλαβο, ακόμη και εννιασύλαβο. Στους επίσημους διαγωνισμούς επεκράτησε τελικά, το δίστιχο. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι η ομιλουμένη κυπριακή τοπική διάλεκτος.
Για να διαγωνιστεί κάποιος στα τσιαττιστά πρέπει να είναι καλός ποιητάρης, να έχει την ικανότητα πολύ γρήγορης σύνθεσης στοίχων και ταυτόχρονα την οξυδέρκεια να απαντά με αμεσότητα στον αντίπαλο του, παρασύροντας τον σε θεματολόγιο της δικής του επιλογής. Συχνά-πυκνά οι τσιαττιστάες απειλούν ο ένας τον άλλον, χλευάζουν και διασύρουν τους αντιπάλους τους, υπερτονίζοντας τις δικές τους ικανότητες ή χαρίσματα. Αρέσκονται δε να αυτοπροβάλλονται ως «δάσκαλοι» και αήττητοι ποιητάρηδες.
Τα τσιαττιστά έχουν έντονα κοινωνικό χαρακτήρα επειδή ακριβώς υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στους ποιητάρηδες και το ακροατήριο που μόνο στη περίπτωση των διαγωνισμών είναι «παθητικό». Σε όλες τις άλλες, διασκεδάσεις, γιορτές, γάμους, πανηγύρια, πολύ συχνά συμμετέχει στο τσιάττισμα, είτε δίνοντας το θέμα, είτε με ερωταπαντήσεις. Ως εκ τούτου τα τσιαττιστά αποτελούν ένα ισχυρό συνεκτικό κοινωνικό κρίκο αφού συμβάλλουν στην ψυχαγωγία και επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους κάθε ηλικίας, προσθέτοντας ποιότητα και χρώμα στις διάφορες εκδηλώσεις.
Παράλληλα, σε προσωπικό επίπεδο, το άτομο που θέλει να ασχοληθεί με το τσιάττισμα, πέραν του πηγαίου ταλέντου, που κι αυτό καλλιεργείται με την άσκηση, πρέπει να φροντίσει από μόνο του να αναπτύξει και ορισμένες δεξιότητες όπως καλά αντανακλαστικά, ετοιμότητα, αποστήθιση – απομνημόνευση στίχων, εμπλουτισμό του λεξιλογίου του, πλούσια φαντασία, ικανοποιητικές γενικές γνώσεις, άριστη γνώση της κυπριακής διαλέκτου, της λαϊκής ποίησης και της προϊστορίας (παλαιότερους ποιητάρηδες και το έργο τους).
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ
Η λαϊκή ποίηση στη Κύπρο έχει διανύσει μια πολύ μεγάλη πορεία μέσα στον χρόνο, περνώντας από διάφορα στάδια και διακυμάνσεις. Τα Τσιαττιστά ως αναπόσπαστο τμήμα της λαϊκής ποίησης δέχτηκαν αρκετές επιδράσεις, διατήρησαν όμως και πολλά στοιχεία από την αρχική τους μορφή. Παλιότερα, ήταν διαδεδομένα σ’ ολόκληρη την Κύπρο, γνώρισαν όμως ιδιαίτερη άνθιση στην περιοχή των Κοκκινοχωριών. Τα τελευταία χρόνια έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από το υπόλοιπο νησί, διατηρούν όμως μέρος της παλιάς τους αίγλης, στα Κοκκινοχώρια καθώς και σε μεμονωμένες κοινότητες της επαρχίας Λάρνακας. Απομεινάρια λαϊκής ποίησης και τσιαττιστών μπορεί να ανιχνεύσει κανείς σε ορισμένες κοινότητες ακόμη στις άλλες επαρχίες.
Εξετάζοντας αυτή την πορεία θα πρέπει να προστρέξουμε σε ιστορικές πηγές καθώς και στην προφορική παράδοση προκειμένου να προσδιορίσουμε τις καταβολές, τις ρίζες αλλά και τις μορφές των επιδράσεων. Θρύλοι και παραδόσεις υποστηρίζουν πως κοιτίδα της λαϊκής ποίησης είναι η περιοχή των Κοκκινοχωριών. Πάντως, ίδιοι οι ποιητάρηδες φρόντιζαν με ζήλο αυτή την παράδοση και σε κάθε ευκαιρία είτε πρόβαλλαν την περιοχή ως γεννήτρα μεγάλων ποιητών, είτε αυτοπροβάλλονταν οι ίδιοι ως φορείς και συνεχιστές της αρχαίας παράδοσης, ή ως απόγονοι μεγάλων ποιητών.
Οι πρώτες αναφορές για ποιητικούς διαγωνισμούς συναντώνται στον Όμηρο (Ιλιάδα) και τον Ησίοδο (Έργα και Ημέραι). Στην Κύπρο ως πρώτοι ποιητές αναφέρονται ο Κινύρας (12 π. Χ. αι.) βασιλιάς στην Παλαίπαφο και αρχιερέας στο ναό της Αφροδίτης και ο Στασίνος (7 π. Χ. αι.) ο οποίος έγραψε τα Κύπρια Έπη κατά το πρότυπο της Οδύσσειας. Ο Στασίνος εθεωρείτο από πολλούς αρχαίους συγγραφείς ως γαμπρός του Ομήρου ενώ κατά την αρχαιότητα η Κύπρος παρουσιαζόταν ως γενέτειρα του Ομήρου. Αυτήν την διεκδίκηση, από την αρχαία Σαλαμίνα βασικά, ήρθε αργότερα (2ος αι.. μ.Χ.) να την στηρίξει ιστορικά ο Παυσανίας. Συγκεκριμένα στο βιβλίο του «Τα Φωκικά» κεφ. 24, αναφέρεται σε μια επιγραφή-χρησμό που είδε κατά την επίσκεψη του στους Δελφούς. Σ’ αυτήν ήταν καταγραμμένη μια παλαιά προφητεία του ιερέα Εύκλου σύμφωνα με την οποία στη Κύπρο θα γεννιόταν ο μεγαλύτερος αοιδός όλων των εποχών, σε μια αγροτική περιοχή δυτικά της Σαλαμίνας:
«Και τοτ’ εν ειναλίη Κύπρω μέγας έσσετ’ αοιδός
ον τε Θεμιστώ τέξει επ’ αγρού δια γυναικών
νόσφι πολυκτεάνοιο πολύκειλιτον Σαλαμίνος.
Κύπρον δε προλιπών διερός θ’ υπό κύμασιν αρθείς.
Ελλάδος ευρυχώρου μούνος κακά πρώτος αείσας
έσσεται αθάνατος και αγήραος ήματα πάντα».
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
«Και τότε στη θαλασσινή την Κύπρο θα γεννηθεί ο μεγάλος αοιδός
θα τον γεννήσει η θεία Θεμιστώ σε αγρό μοναχικό
μακριά από την πυκνοκατοικημένη Σαλαμίνα.
Κι αυτός αφήνοντας την Κύπρο θα κινήσει πάνω στα κύματα
για τη Μεγάλη Ελλάδα, της μοίρας τα κακά γραφτά να τραγουδήσει, πρώτος αυτός
κι αθάνατος κι αγέραστος θα μείνει στους αιώνες».
Πληροφορίες για ποιητικούς διαγωνισμούς υπάρχουν σε δεκάδες αρχαία κείμενα τα περισσότερα από τα οποία είναι αναφορές για ποιητικούς διαγωνισμούς σε θρησκευτικές γιορτές όπως τα Πύθια, τα Μεγάλα Διονύσια κ.α. Στην Κύπρο συνέβαινε κάτι ανάλογο στα Αφροδίσια, την μεγάλη θρησκευτική γιορτή προς τιμή της θεάς Αφροδίτης. Επειδή στα κυπριακά ήθη και έθιμα διατηρήθηκαν αρκετά κατάλοιπα της γιορτής αυτής μετουσιωμένα βεβαίως και προσαρμοσμένα στους κανόνες και την ηθική της νέας θρησκείας, θα μπορούσε να πει κανείς ότι συμβαίνει κάτι ανάλογο και με την γιορτή του Κατακλυσμού σήμερα.
Στα νεότερα χρόνια (από τα τέλη του 19ου αι.) η γιορτή του Κατακλυσμού αναβιώνει με μεγάλη επιτυχία στη Λάρνακα, με αθρόα συμμετοχή του κοινού, από όλες τις ελεύθερες περιοχές του νησιού. Τα τελευταία χρόνια επανήλθαν και ορισμένοι Τουρκοκύπριοι οι οποίοι συμμετέχουν στις εκδηλώσεις.
Παλαιότερα, η τέχνη του «ταιριάσματος» λέξεων και στίχων δεν ήταν πρακτική που αναδεικνυόταν μόνο στη διάρκεια ποιητικών διαγωνισμών. Ενόσω η κυπριακή ντοπιολαλιά ήταν σε ευρεία χρήση, αρκετοί κάτοικοι του νησιού, ακόμα και την απλή καλημέρα που αντάλλαζαν, την έλεγαν τραγουδιστά. Οι πιο επιδέξιοι από αυτούς συμμετείχαν στη συνέχεια σε γιορτές και πανηγύρια και αναδεικνύονταν στους διαγωνισμούς. Αυτούς που ξεχώρισαν λίγο - πολύ τους γνωρίζουμε είτε μέσα από το έντυπο υλικό, είτε από μαρτυρίες νεότερων. Η μεγάλη όμως μάζα του πληθυσμού παραμένει ουσιαστικά στην αθέατη πλευρά της ιστορίας. Είναι άλλωστε πρακτικά αδύνατο να καταγραφούν τα στιχουργήματα τόσων χιλιάδων ανθρώπων.
Μέσα στα πλαίσια της παρούσας έρευνας, αλλά και παλαιότερων, καταγράψαμε μαρτυρίες ηλικιωμένων σύμφωνα με τις οποίες στα πιο παλιά χρόνια ο έμμετρος στίχος, το τσιάττισμα και το τραγούδι, ήταν σε καθημερινή χρήση. Ακόμα και σήμερα αρκετοί Κύπριοι συνεχίζουν αυτή την παράδοση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα πολλοί ηλικιωμένοι, όπως η εκατοχρονίτισσα γιαγιά Άννα Χαραλάμπους από το Παραλίμνι όπου καθ’ όλη την διάρκεια μιας πρόσφατης συνέντευξης σε ότι κι αν την ρωτούσαμε, ότι θέμα κι αν ανοίγαμε, μας απαντούσε μ’ ένα τσιαττιστό.
Για τη Βυζαντινή περίοδο (395μ.Χ.-1191μ.Χ.) δεν υπάρχουν στοιχεία που να αναφέρονται σε επώνυμους Κύπριους ποιητές. Κυριαρχούσαν τα ακριτικά τραγούδια αφηγηματικού χαρακτήρα σε ύφος και περιεχόμενο ηρωικό, μέχρι υπερβολής, τα οποία εξυμνούσαν τα κατορθώματα και την παλικαριά των Ακριτών όπως αυτά του Διγενή τζαι του Χάροντα που διασώζονται σε διάφορες παραλλαγές, Τα τέσσερα παλληκάρια κ.α. Γνωρίζουμε από ιστορικές μαρτυρίες ότι αυτή την περίοδο υπήρχαν ανώνυμοι ποιητάρηδες που απάγγελλαν και τραγουδούσαν σε γιορτές και πανηγύρια, κυρίως ακριτικά καθώς και θρησκευτικά άσματα σε μια γλώσσα ανάμικτη, κυπριακή διάλεκτο και ευαγγελική.
Κατά τη Φραγκοκρατία (αρχές 13ου έως τα μέσα του 16ου αι.) επικρατέστερα ήταν τα δημοτικά τραγούδια με περιεχόμενο κοινωνικό και ερωτικό όπως για παράδειγμα η Αροδαφνούσα, Ο πραματευτής κ.α. Οι ποιητάρηδες αυτής της περιόδου αντλούν το ρεπερτόριο τους από την παράδοση, συχνά όμως δημιουργούν και δικά τους. Κάποια απ’ αυτά τα προσωπικά δημιουργήματα πέρασαν μέσα από τη διαδικασία της ανάπλασης από στόμα σε στόμα και έγιναν δημοτικά. Σ’ αυτή την περίοδο συντελείται μια πολύ σημαντική αλλαγή που καθορίζει πλέον και διαμορφώνει την τελική φόρμα της κυπριακής λαϊκής ποίησης και κατ΄ επέκταση και των τσιαττιστών. Καθιερώνεται η ομοιοκαταληξία και οριστικοποιείται το μέτρο. Βεβαίως διατηρείται ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος ως η βάση της κυπριακής λαϊκής ποίησης αλλά κοντά σ’ αυτό προστίθενται κι άλλα όπως το «λόγιο τετράστιχο». Το λόγιο τετράστιχο, λέγεται «λιπέρτικο τετράστιχο» γιατί ο πρώτος που το καθιέρωσε ήταν ο λόγιος διαλεκτικός ποιητής Δημήτρης Λιπέρτης (1866- 1937) και στη συνέχεια τον μιμήθηκαν πολλοί επώνυμοι ποιητάρηδες.
Η τελική φόρμα διαμορφώνεται ανάλογα με τις ανάγκες ή τους τρόπους έκφρασης του ποιητή.
«Ο ποιητής της σήμμερον για να ‘χει την αξίαν
πρέπει να έχει έννοιαν και ομοιοκαταληξίαν».
Σύμφωνα με τους μελετητές από το 1878 έως το 1935 κυκλοφόρησαν στην Κύπρο περί τις 700 ποιητικές φυλλάδες (ο Ν. Γ. Κυριαζής αναφέρει τον αριθμό 668 και ο Κ. Γ. Γιαγκουλλής 698). Σχεδόν σε όλες τις φυλλάδες οι δημιουργοί τους φρόντιζαν να διατυπώσουν με έμμετρο στίχο απειλές για τους επίδοξους αντιγραφείς ενώ κατά κανόνα πρόβαλλαν με έντονο τρόπο το όνομα και την καταγωγή τους σε μια εμφανή προσπάθεια να γίνουν ευρέως γνωστοί.
Τον ποιητήν αν θέλετε να μάθετε εν πρώτοις,
Ανδρέας ονομάζουμαι κι είμαι Αραδιππιώτης.
Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κατάκτησης του νησιού (1571- 1878) οι προσωπικές συνθέσεις των ποιητάρηδων άρχισαν να κερδίζουν έδαφος σε βάρος των δημοτικών τραγουδιών, αφού φρόντιζαν οι ίδιοι να μνημονεύεται το όνομα τους στις προσωπικές τους δημιουργίες χωρίς βέβαια αυτό να γίνεται πάντα κατορθωτό. Αυτή η τάση για αναφορά στο όνομα του δημιουργού λαϊκής ποίησης οριστικοποιείται τέλη του 19ου αι. με την έλευση της τυπογραφίας στη Κύπρο (1878). Ο ανώνυμος δημιουργός αποκτά όνομα και αναγνώριση. Οι ποιητάρηδες προχωρούν στην έκδοση των στιχουργημάτων τους σε πρόχειρες φυλλάδες τις οποίες πωλούν οι ίδιοι σε γάμους, γιορτές και πανηγύρια, τραγουδώντας αποσπάσματα από τα ποιήματα τους. Η αλλαγή αυτή από την μια βοήθησε στη ραγδαία ανάπτυξη και προώθηση της λαϊκής ποίησης στο ευρύτερο κοινό, από την άλλη όμως έθεσε οριστικά τέλος στη εξέλιξη της δημοτικής ποίησης, αφού ο κάθε δημιουργός διεκδικούσε στο εξής τα πνευματικά του δικαιώματα, την πατρότητα και του τελευταίου δίστιχου που συνέθετε.
«Δεν επιτρέπω κανενός να το ανατυπώσει
τζι όποιος τον νόμον παραβεί στο φρέσκο θα τρυπώσει».
Σ’ αυτή την χρονική περίοδο παράλληλα με την εξάπλωση της ποιητάρικης φυλλάδας, τα Τσιαττιστά γνώρισαν μεγάλη άνθιση. Δεκάδες επώνυμοι τσιαττιστάδες εμφανίστηκαν κυρίως στα Κοκκινοχώρια και την επαρχία Λάρνακας, είχαμε όμως και μερικούς σημαντικούς τσιαττιστάδες από τις άλλες επαρχίες όπως για παράδειγμα στην Κερύνεια και την Πάφο. Μεγάλη συμβολή σ’ αυτή την ανοδική πορεία είχε η αναβίωση της γιορτής του Κατακλυσμού και η επίσημη επαναφορά των ποιητικών διαγωνισμών. Πρωτεργάτης και πρωτοπόρος σ’ αυτή την εξέλιξη ήταν ο Δήμος Λάρνακας ο οποίος πρώτος ανάλαβε τα ηνία της αναβίωσης συμβάλλοντας στην αναβάθμιση της και βεβαίως στη συνέχεια ακολούθησαν κι άλλοι. Από το 1935 έως το 1976 παρατηρήθηκε μια κάμψη στην κυκλοφορία των φυλλάδων (κυκλοφόρησαν περίπου 400). Κατά την δεκαετία του 1980 επήλθε το οριστικό τέλος αφού ο τελευταίος των ποιητάρηδων, Ανδρέας Μαππούρας από την Αραδίππου λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του (1997) είχε πάψει να κυκλοφορεί φυλλάδες.
Στις μέρες μας, όπως και προηγουμένως στην μακραίωνη πορεία της, η λαϊκή ποίηση δέχτηκε ποικίλες επιδράσεις από την σύγχρονη πραγματικότητα με αποτέλεσμα να παρουσιάζει μια φθίνουσα πορεία. Η απότομη αλλαγή του τρόπου ζωής των Κυπρίων, οι βαθιές κοινωνικές τομές με κύρια χαρακτηριστικά την αστικοποίηση και τον εκμοντερνισμό, αλλά και ο αδόκιμος παραμερισμός και περιθωριοποίηση της τοπικής διαλέκτου με την αντικατάσταση της από την Πανελλήνια δημοτική, είναι αιτίες που συντελούν στο μαρασμό της λαϊκής ποίησης, και αν δε ληφθούν έγκαιρα μέτρα θα οδηγήσουν στην εξαφάνιση της.
Πηγή: UNESCO
Γιώργος Σοφοκλέους
Δημοσιογράφος - Ερευνητής
Μελέτη για το Δήμο Λάρνακας
Ο Λαογραφικός ‘Ομιλος Κτήμα στο πλαίσιο του προγράμματος Κοινωνικής Συμμετοχής διοργανώνει λαογραφικό διήμερο σε μια λαογραφική διαδρομή της Κυπριακής παράδοσης γεμάτη με ήχους, εικόνες και γεύσεις. H Κύπρος κουβαλά μια μακρά παράδοση μύθων και ιστοριών και ιδιαίτερα η περιοχή της Πάφου, που χρονολογείται από τον 12ο αιώνα π.Χ. Στο πλαίσιο της θεματικής ενότητας Μύθος & Θρησκεία αναδεικνύεται η ένδοξη ιστορία, η κληρονομιά, ο πολιτισμός και η παράδοση που προσθέτουν στην διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Σκοπός της εκδήλωσης παράλληλα είναι η αναζωογόνηση του κέντρου της πόλης της Πάφου – γνωστό ως «Κτήμα» και η καθιέρωσή της ως θεσμός. Παραδοσιακό μουσικό πρόγραμμα με χορούς από την Κύπρο, τον Πόντο, την Κρήτη και την Ελλάδα, θέατρο σκιών, παραδοσιακά παιχνίδια και λαϊκές παραμυθίες όπως και παραδοσιακά εργαλεία, παραδοσιακά μουσικά όργανα, κυπριακά εδέσματα και τοπικοί οίνοι είναι μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν το λαογραφικό αυτό διήμερο.
Στα πλαίσια των Λαογραφικών δραστηριοτήτων του ομίλου με σκοπό τη διάδοση και διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς ο λαογραφικός όμιλος ''Κτήμα" διοργανώνει και διεξάγει διήμερο διαγωνισμό με θέματα Λαογραφίας. Ο διαγωνισμός διεξάγεται μια φορά το χρόνο κατά τους μήνες Μάιο- Ιούνιο αρχής γενομένης από το 2016 σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και ενχώρια ιδιωτικά πανεπιστήμια. Στον διαγωνισμό συμετέχουν μαθητές και τις μαθήτριες της Δημοτικής, Μέσης, Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ιδιωτικής και δημόσιας).
Ο Διαγωνισμός αφορά τις θεματικές ενότητες:
α) Ποίηση (με λαογραφικό περιεχόμενο)
β) Παραδοσιακό τραγούδι
γ) Παράδοση - λαϊκός πολιτισμός - λαϊκοί τεχνίτες
(Για κάθε μια από τις ενότητες αυτές ισχύουν ιδιαίτεροι όροι).
Η αγάπη, η αφοσίωση και ο ενθουσιασμός για την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου μας, είναι οι κινητήριες δυνάμεις του Ομίλου, ο οποίος από την αρχή της ίδρυσης του μέχρι και σήμερα, συμμετέχει ενεργά στα πολιτιστικά δρώμενα της Πάφου της Κύπρου και του εξωτερικού.
Ο Λαογραφικός Όμιλος «Κτήμα», είναι ένα μη κερδοσκοπικό σωματείο που ιδρύθηκε το 2012 στην Πάφο. Βασικοί του σκοποί είναι η προώθηση της κυπριακής κουλτούρας και παράδοσης, καθώς και η συστηματική, δημιουργική εμπλοκή του στην πολιτιστική ζωή του τόπου μας.
Αρχικά το «Κτήμα», δημιούργησε ένα αξιόλογο χορευτικό συγκρότημα, αποσκοπώντας στην διάδοση των κυπριακών παραδόσεων και εθίμων μέσα από τους κυπριακούς χορούς και την παραδοσιακή μουσική.
Το χορευτικό συγκρότημα αποτελείται από 30 χορευτές και μουσικούς.
Καθώς οι κυπριακοί χοροί είναι εμπνευσμένοι από την καθημερινή αγροτική και κοινωνική ζωή των Κυπρίων, το χορευτικό συγκρότημα παρουσιάζει ένα πλούσιο παραδοσιακό πρόγραμμα όπου σκιαγραφείται η κουλτούρα, τα ήθη και έθιμα των Κυπρίων.